ΓΚΑΒΑΦΑ ΛΕΡΟΥ: Τροπική γεύση από την Αίγυπτο!

Είναι φρούτο ιδιαίτερο, λόγω του έντονου αρώματός του και της χαρακτηριστικής γεύσης του, η οποία άλλους απωθεί και άλλους τους… τρελαίνει ευχάριστα μόλις τη δοκιμάσουν. Στην Ελλάδα, η γκαβάφα μόνο στη Λέρο καλλιεργείται συστηματικά – λιγότερο σε Κω, Κάλυμνο, Ρόδο, Ανδρο και Σαλαμίνα.
Ανήκει σε γένος τροπικών θάμνων και μικρών δέντρων της οικογένειας των μυρτοειδών. Η γνωστή και ως γκουάβα (guava) κατάγεται από το Μεξικό και την Κεντρική και Νότια Αμερική. Φυτείες της υπάρχουν σήμερα διάσπαρτες και στην Καραϊβική και τη Βόρεια Αφρική, για εμπορικούς σκοπούς. Στην Ευρώπη την έφεραν πρώτη φορά οι Πορτογάλοι ενώ στη Λέρο, όπου την αποκαλούν και γκαβάφα, τη φύτεψαν τη δεκαετία του 1950 Λεριοί που κατοικούσαν για πολλά χρόνια στην Αίγυπτο.
Σήμερα, συναντάται σε περίπου εκατό διαφορετικά είδη παγκοσμίως. Στη Λέρο, όπου συνολικά καμιά δεκαριά παραγωγοί έχουν φυτεμένα τρεις – τέσσερις χιλιάδες δέντρα, ξεχωρίζουν για τον εδώδιμο καρπό τους η βουτυράτη, η πρώιμη και η κόκκινη γκαβάφα, ποικιλίες που ευδοκίμησαν στο κλίμα του νησιού και στα αλατούχα δωδεκανησιακά εδάφη.
Σε κάθε περίπτωση, τα φύλλα του δέντρου της είναι σκληρά, σκουρόχρωμα, με μήκος που φτάνει τα 15 εκατοστά και τα άνθη της λευκά. Το σχήμα του καρπού της είναι στρογγυλό, φέρνει προς το αχλάδι και στην όψη του μοιάζει με λεμόνι. Η διάμετρός του είναι από 3 έως 10 εκατοστά, η επιφάνειά του λεία ή και με εγκολπώσεις. Εχει χρώμα ωχροπράσινο ενώ όταν ωριμάζει γίνεται κίτρινος ή και ροζ, ανάλογα με το είδος της γκαβάφας.
Φυτό μονίμως εξαρτώμενο από τις επικρατούσες θερμοκρασίες, κατά βάση καρποφορεί από τις αρχές Σεπτεμβρίου έως και το τέλος Οκτωβρίου, όταν δηλαδή έχουν αναχωρήσει οι περισσότεροι τουρίστες που συνήθως δεν προλαβαίνουν να τη γευτούν νωπή. Οπως και να έχει, το φρούτο αυτό τρώγεται ολόκληρο. Ζυγίζει από 70 έως 250 γραμμάρια, έχει πολλά σπόρια και χαρακτηριστικό άρωμα που παραπέμπει σε ανανά ή μπανάνα. Η γεύση της γκαβάφας είναι στυφή όταν πρόκειται για την κόκκινη ενώ γίνεται πιο ήπια και γλυκιά στη βουτυράτη.
Η φλούδα της είναι πικρή, πλούσια όμως σε φυτικές χημικές ουσίες. Το φρούτο αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πολλές δίαιτες καθώς ρυθμίζει τον μεταβολισμό, περιέχει πολλές φυτικές ίνες, βιταμίνη C, A, B1, B2, B3, φολικό οξύ, κάλιο, μαγνήσιο, ασβέστιο, Ω-3 και Ω-6 λιπαρά οξέα, θεωρείται δε και ισχυρό αντιοξειδωτικό. Η θρεπτική αξία του είναι περίπου ίση με αυτήν του ακτινιδίου, ενώ ένα και μόνο περιέχει τετραπλάσια ποσότητα σε βιταμίνη C συγκριτικά μ’ ένα πορτοκάλι.
Στα οπωροπωλεία του νησιού την γκαβάφα τη βρίσκει κανείς σε μέση τιμή πώλησης από 2 έως 2,50 ευρώ το κιλό. Βρασμένη μπορεί να αξιοποιηθεί και για την παρασκευή γλυκού του κουταλιού, μαρμελάδας και ζελέ που εμπορεύονται και τα καταστήματα με παραδοσιακά προϊόντα. Προσφέρεται και ως απλό επιδόρπιο, ενώ ο χυμός της είναι ιδανικός και για πρωινό.